Η Διαφήμιση στην εποχή Τραμπ: Παγκόσμιες αναταράξεις και ελληνικές προκλήσεις

Η παγκόσμια διαφημιστική αγορά βρίσκεται μπροστά σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας και αναπροσαρμογής. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών συνοδεύεται από μια σειρά πολιτικών προτεραιοτήτων που ήδη ασκούν πίεση στις διεθνείς οικονομίες. Ανάμεσα στους τομείς που επηρεάζονται έμμεσα αλλά ουσιαστικά, βρίσκεται και η διαφήμιση — ένας κλάδος στενά συνδεδεμένος με τις προσδοκίες της αγοράς, τη σταθερότητα των θεσμών και την καταναλωτική εμπιστοσύνη.
Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της WARC, η παγκόσμια διαφημιστική δαπάνη για το 2025 αναμένεται να αυξηθεί κατά 6,7%, φτάνοντας τα 1,15 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή είναι υποβαθμισμένη κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με τις εκτιμήσεις του 2024, κυρίως λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που δημιουργεί η νέα διοίκηση Τραμπ και η στροφή προς τον εμπορικό προστατευτισμό. Η αναταραχή στις αγορές δεν οφείλεται σε κάποιο μεμονωμένο γεγονός, αλλά σε μια συστηματική επαναφορά πολιτικών δασμών, φορολογικών ανατροπών και ρυθμιστικών παρεμβάσεων με σημαντικές παρενέργειες.
Οι εμπορικοί δασμοί, που εφαρμόζονται ή προαναγγέλλονται, επηρεάζουν συνολικά 2,2 τρισεκατομμύρια δολάρια ετήσιου εμπορίου. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη προχωρήσει σε δασμούς 20% σε κινεζικά προϊόντα, ενώ από την 1η Απριλίου έχουν επιβληθεί πρόσθετα μέτρα σε αγαθά από τον Καναδά, το Μεξικό και άλλες χώρες. Η αύξηση του κόστους εισαγωγών επηρεάζει αλυσιδωτά τις τιμές καταναλωτικών αγαθών και ενδεχομένως να περιορίζει τα περιθώρια για εμπορική προβολή, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να διαχειριστούν τις νέες πιέσεις.
Οι πρώτες επιπτώσεις καταγράφονται ήδη στον χώρο του media buying. Παραδοσιακά ΜΜΕ όπως η τηλεόραση και οι έντυπες εκδόσεις πλήττονται ιδιαίτερα, ενώ αντίθετα, ψηφιακές πλατφόρμες όπως οι Alphabet (Google), Amazon και Meta δείχνουν μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Ωστόσο, ούτε αυτές είναι απρόσβλητες. Ο Τραμπ έχει εκφράσει επανειλημμένα επιφυλάξεις για τη στάση των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, με δηλώσεις για «λογοκρισία» και απειλές για νομικές παρεμβάσεις. Αν και κατά καιρούς υιοθετεί συμφιλιωτικό τόνο, η γενική τάση παραμένει απρόβλεπτη.
Στο μέτωπο της φορολογίας, οι συνέπειες είναι εξίσου σημαντικές. Ο νόμος περί φορολογικών περικοπών και θέσεων εργασίας του 2017 μείωσε το συντελεστή φορολογίας επιχειρήσεων στις ΗΠΑ από 35% σε 21%. Βραχυπρόθεσμα, η μείωση αυτή αύξησε την κερδοφορία των επιχειρήσεων και ενίσχυσε τις διαφημιστικές δαπάνες. Ωστόσο, η δημοσιονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται από την αύξηση του ελλείμματος δημιουργεί πιέσεις για νέες περικοπές. Εφόσον υπάρξουν επιπτώσεις στη ζήτηση ή αυξηθούν τα επιτόκια, οι διαφημιστικοί προϋπολογισμοί θα προσαρμοστούν προς τα κάτω.
Πέρα από τις ΗΠΑ, η Ευρώπη και ιδίως η Ελλάδα βρίσκονται επίσης σε τροχιά έμμεσων επιπτώσεων. Αν και η χώρα μας δεν είναι άμεσα αποδέκτης των δασμών, επηρεάζεται από τις οικονομικές εξελίξεις στους εμπορικούς της εταίρους. Αν η Ε.Ε. αντιμετωπίσει επιβράδυνση λόγω πιέσεων στις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ, η ελληνική οικονομία θα υποστεί παράπλευρες απώλειες — με αντίκτυπο και στις διαφημιστικές επενδύσεις.
Ειδικότερα, ελληνικές επιχειρήσεις που εξαρτώνται από διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες ή συνεργάζονται με αμερικανικά brands, ενδέχεται να περιορίσουν την επικοινωνία τους. Οι αυξημένες τιμές πρώτων υλών, τα κόστη μεταφοράς και οι καθυστερήσεις στην παραγωγή περιορίζουν τη διάθεση για επενδύσεις σε προβολή, ιδιαίτερα σε παραδοσιακά ΜΜΕ. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά media που εξαρτώνται από διεθνείς πελάτες ή digital campaigns με βάση την αμερικανική οικονομία ενδέχεται να δουν κάμψη στις διαφημιστικές τους εισροές.
Επιπλέον, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με χώρες που επιβάλλουν φόρους στις ψηφιακές υπηρεσίες δημιουργεί αστάθεια στον ψηφιακό χώρο. Αν υπάρξουν ανταποδοτικά μέτρα, μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά οι διαφημιστικές δαπάνες των τεχνολογικών κολοσσών σε τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημίσεων που προβάλλονται σε ελληνικές πλατφόρμες ή μέσων που φιλοξενούν διεθνή banners.
Παρά ταύτα, η βιομηχανία προσαρμόζεται. Οι επιχειρήσεις ενισχύουν την ανάλυση δεδομένων, επενδύουν σε αποδοτική στόχευση, και υιοθετούν τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης που επιτρέπουν καμπάνιες υψηλής ακρίβειας με χαμηλότερο κόστος. Η έμφαση μετατοπίζεται από την ποσότητα στην ποιότητα, από την έκθεση στην απόδοση. Είναι μια μεταβολή που μπορεί, σε βάθος χρόνου, να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της διαφήμισης — αλλά όχι χωρίς αναταράξεις.
Συνολικά, η νέα πολιτική πραγματικότητα διαμορφώνει ένα περιβάλλον προκλήσεων, αβεβαιότητας και ευκαιριών. Η διαφήμιση, ως καθρέφτης της αγοράς και εργαλείο στρατηγικής επικοινωνίας, οφείλει να κινηθεί με προσοχή, να ερμηνεύσει τις αλλαγές και να διατηρήσει τη δημιουργικότητά της μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σκηνικό. Ο κόσμος της επικοινωνίας καλείται να δώσει απαντήσεις όχι μόνο στο «πώς» θα διαφημίσει — αλλά κυρίως στο «γιατί» και «πότε».